βραχυσκελής

βρᾰχυ-σκελής, ές,
A shortlegged, S.Ichn.297, Arist.PA692b5, IA714a13, Gal.UP3.3, Gp.19.6.2.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βραχυσκελής — ές (Α βραχυσκελής, ές) όποιος έχει μικρά σκέλη …   Dictionary of Greek

  • βραχυσκελῆ — βραχυσκελής shortlegged neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) βραχυσκελής shortlegged masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) βραχυσκελής shortlegged masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυσκελεῖς — βραχυσκελής shortlegged masc/fem acc pl βραχυσκελής shortlegged masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυσκελές — βραχυσκελής shortlegged masc/fem voc sg βραχυσκελής shortlegged neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυσκελέσιν — βραχυσκελής shortlegged masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυσκελῶν — βραχυσκελής shortlegged masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυ- — [ΕΤΥΜΟΛ. < βραχύς. Πρώτο συνθετικό λέξεων της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής που δηλώνει: 1. Την σε όγκο, μήκος, έκταση ή ποσό βραχύτητα. Πρβλ. βραχυδάκτυλος, βραχυκέφαλος, βραχύπτερος, βραχυσκελής αρχ. βραχύλογος και βραχυλόγος,… …   Dictionary of Greek

  • σκέλος — ους, το, ΝΜΑ 1. καθένα από τα κάτω άκρα τού ανθρώπου ή τα πίσω πόδια τού ζώου, που περιλαμβάνει τον μηρό, την κνήμη και το άκρο πόδι που καταλήγει στα δάχτυλα (α. «κολοβωμένα σκέλη» β. «τοῡ μὲν πρώτου κατέαξαν τὰ σκέλη», ΚΔ γ. «τὰ σκέλη... καὶ τὰ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.